γειομόρος

γειο-μόρος,
A = γεωμόρος, A.R.3.1387, AP9.438 (Phil.), D.P.190.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γειομόρος — γειομόρος, ο (Α) 1. αυτός που κατοικεί σε αγρό και τον καλλιεργεί 2. εκείνος που κατοικεί μέσα στη γη («γειομόροι μύρμηκες») 3. αυτός που κατέχει μοίρα, κομμάτι γης 4. (για το αλέτρι) αυτό που χωρίζει τη γη, το χώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γειο < γη +… …   Dictionary of Greek

  • γη — Γ. ονομάζεται γενικά το έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε (ετυμολογείται από το αρχαίο γαία). Με ευρύτερη έννοια, ορίζεται επίσης η οικουμένη, ο επίγειος κόσμος, η επιφάνεια του εδάφους. Γ., όμως, ονομάζεται κυρίως ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού… …   Dictionary of Greek

  • πολύγλευκος — ον, Α 1. αυτός που περιέχει πολύ γλεύκος, πολύ μούστο 2. αυτός που αποδίδει πολύ μούστο («οὐδέ πολυγλεύκου γειομόρος [εἰμί] βότρυος», Απολλωνίδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + γλεῦκος, τὸ, «μούστος» (πρβλ. αει γλεύκος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.